Το ρεμπέτικο είναι μια σημαντική έκφανση του αστικού λαϊκού πολιτισμού, έχει καταγράψει όλες τις πτυχές της πραγματικότητας και τα προβλήματα των ανθρώπων χωρίς εξωραϊσμούς και πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, όπως και τα ζητήματα που αφορούσαν την παραβατική συμπεριφορά.

Από την περίοδο ακόμη της ανώνυμης δημιουργίας εντόπισε το πρόβλημα και εμπνεύστηκε από τον τρόπο ζωής των κοινωνικών ομάδων που κινήθηκαν στην παρανομία ή στα όριά της και από ανθρώπους που ξεπέρασαν τα όρια και έφτασαν στο έγκλημα. Αποτύπωσε αυτή την άλλη κοινωνία, που δεν είναι καθόλου μακρινή. Τραγούδησε τη ζωή, τους κώδικες συμπεριφοράς και τις σχέσεις των ανθρώπων του περιθωρίου, της παρανομίας, των φυλακών, σε εξαιρετικά τραγούδια, τα οποία μάλιστα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Όλοι οι ειδήμονες συμφωνούν ότι το επονομασθέν ρεμπέτικο τραγούδι είναι το ελληνικό αστικό τραγούδι που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα στα μεγάλα εμπορικά και κοινωνικά κέντρα, εκφράζοντας τους καημούς, τους πόθους και τις αντιλήψεις των περιθωριακών ατόμων, τα οποία είχαν αποκληθεί ή αυτοαποκληθεί, ρεμπέτες. H ίδια η λέξη ρεμπέτης έχει κατά καιρούς επιδεχθεί ποικίλες ερμηνείες. Άλλοι χαρακτηρίζουν με αυτήν τον απείθαρχο, άλλοι τον παράνομο (ιδιότητα που περιλαμβάνει τον αλήτη, τον μάγκα, τον νταή, τον κουτσαβάκη) κι άλλοι τον γλεντζέ, τον ξενύχτη.

H λέξη ρεμπέτης και ρεμπέτικο προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ = ανυπότακτος) ή από τη σερβική (ρεμπέτ = με την έννοια του αντάρτη) ή ίσως από τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).O ερασιτέχνης μελετητής Ηλιάς Πετρόπουλος άρχιζε τα προλεγόμενα της λαογραφικής έρευνάς του ως εξής: «Tα ρεμπέτικα είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδάνε απλοί άνθρωποι». Kαι συνέχιζε: «Aν και κατ’ αρχήν ερωτικά, τα ρεμπέτικα είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια». Λιμάνια της Mεσογείου, η Eρμούπολη, το Nαύπλιο, ο Πειραιάς, η Σμύρνη, η Πόλη, η Aλεξάνδρεια, η Θεσσαλονίκη είναι οι χώροι που γεννήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι.

O Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημα «O γείτονας με το λαγούτο» (1900) μιλάει για έναν Tουρκομερίτη που ζούσε σε αθηναϊκή γειτονιά και τραγουδούσε μάγκικα (κουτσαβάκικα) τραγούδια.

Ορόσημο στην ανάπτυξη του είδους υπήρξε η Μικρασιατική καταστροφή. Η ζωή στην ακαι η Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Τα τραγούδια των προσφύγων, οι οποίοι προέκυψαν από την Μικρασιατική Καταστροφή, σε συνδυασμό με τα δημοτικά, τα νησιώτικα και τα μουσικά είδη που αναφέρθηκαν πιο πάνω αποτέλεσαν το υπόστρωμα που οδήγησε στην δημιουργία των ρεμπέτικων. Τα ρεμπέτικα είναι κατεξοχήν τραγούδια των πόλεων και ιδιαίτερα των λιμανιών, όπως Σμύρνη, Πόλη, Σύρος, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς.
Ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν στην παρανομία μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αρχής γενομένης από αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, συγγενείς και απογόνους τους. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση και η έξαρση της ληστοκρατίας, που επηρέασε την κοινωνική ζωή των Ελλήνων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Παράλληλα, η αδυναμία απορρόφησης και ενσωμάτωσης των κατοίκων της υπαίθρου στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή των πόλεων, όπου μετακινούνταν όλο και περισσότεροι, δημιούργησε περιθωριακά στρώματα. Οι μόρτες, οι κουτσαβάκηδες, οι παλληκαράδες, οι νταήδες και άλλοι συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην εξάπλωση της παρανομίας και της εγκληματικότητας.

Οι περίοδοι που μπορούμε να διαχωρισουμε το ρεμπέτικου είναι οι παρακάτω:

1) Το 1922 – 1932 με στοιχεία Σμυρνέϊκα, ερωτικά, μάγκικα, φυλακής και χασικλίδικα
2) Το 1932 – 1942 κλασική περίοδος και
3) Το 1942 – 1952 ευρείας διάδοσης και αποδοχής.

Τα πρώτα ρεμπέτικα αναφέρονται κυρίως σε παραβατικές πράξεις και σε ερωτικές σχέσεις ενώ το κοινωνικό στοιχείο στην θεματική είναι περιορισμένο. Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί το πειραιώτικο στυλ με κυριότερο εκφραστή τον Μάρκο Βαμβακάρη. Παράλληλα αρχίζουν να γράφουν ρεμπέτικα και οι Σμυρνιοί συνθέτες. Το 1937 εμφανίζεται ο Βασίλης Τσιτσάνης και περίπου την ίδια περίοδο και ο Μανόλης Χιώτης. Το 1936 λογοκρίνεται το τραγούδι του Τούντα «Βαρβάρα». Το 1937 επιβάλλεται από το καθεστώς του Μεταξά γενικευμένη λογοκρισία. Το περιεχόμενο αλλάζει αναγκαστικά. Οι αναφορές στο χασίσι, στους τεκέδες και στους ναργιλέδες εκλείπουν.

• 1938- περίπου 1960
Τραγούδια γράφονται και κατά τη διάρκεια της κατοχής δεν περνάνε όμως στη δισκογραφία γιατί τα εργοστάσια παραμένουν κλειστά μέχρι το 1946. Από τη στιγμή αυτή κυριαρχεί ο Βασίλης Τσιτσάνης μαζί με την Μαρίκα Νίνου, ο Μανόλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Οι περισσότεροι παλιοί ρεμπέτες μένουν όμως στο περιθώριο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πεθαίνουν αρκετοί από τους Σμυρνιούς συνθέτες (πχ. Παναγιώτης Τούντας), οι άλλοι όμως, του πειραιώτικου, είναι εν ζωή και με δυσκολία προσπαθούν να συντηρήσουν τους εαυτούς τους. Ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρει στην αυτοβιογραφία του πως «έτρεχε στα νησιά και στα πανηγύρια». Στην δεκαετία του 1940 εμφανίζεται η Σωτηρία Μπέλλου ενώ στην δεκαετία του 1950 εμφανίζονται δύο πολύ σημαντικοί νέοι τραγουδιστές, ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Το ρεμπέτικο βρίσκει απήχηση σε όλο και μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επεκταθεί η θεματολογία του (εμφάνιση αρχοντορεμπέτικων) και να αλλάξουν οι χώροι στους οποίους ακουγόταν. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν τον θάνατο του ρεμπέτικου.

Παρακμή και τέλος του ρεμπέτικου
Aπό την αρχή της δεκαετίας του 1950 τα ρεμπέτικα άρχισαν να παίρνουν την κατιούσα, κι ενώ ένα νόθο είδος έγινε τότε της μόδας, τα λεγόμενα αρχοντορεμπέτικα. Eπρόκειτο για τραγούδια γραμμένα από συνθέτες ελαφράς μουσικής, όμορφα κι αυτά, αλλά καθόλου γνήσια. O Xιώτης, συνθέτης μα και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, πρόσθεσε μια χορδή στο τρίχορδο όργανο, για να παράγει ήχους όπως η κιθάρα, ενώ αργότερα στο μπουζούκι προστέθηκε ηλεκτρικός ήχος. Kατά τον Mάνο Xατζιδάκι, ο οποίος σε μια περίφημη διάλεξη που έκανε σε θέατρο της Aθήνας το 1949 ύμνησε το είδος με τα λόγια «Tο ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα να συνδυάζει τον λόγο, τη μουσική και την κίνηση», το 1978 έγραψε ότι «το ρεμπέτικο δεν υπάρχει περίπου από το ’50». Πρόσθεσε επίσης: «υπήρχε μόνον έναν καιρό που λειτουργούσε παράνομα σε απρόσιτες και απομακρυσμένες κρυψώνες, κάπου στα πέριξ».
O θάνατος του ρεμπέτικου έγινε οριστικός στην αρχή της δεκαετίας του 1960, όταν μεσουρανούσε πλέον στα κέντρα διασκέδασης, στη δισκογραφία και τις καρδιές των θαυμαστών του λαϊκού τραγουδιού ο Στέλιος Kαζαντζίδης. Tραγουδιστής με εξαιρετικό μέταλλο φωνής, ο Kαζαντζίδης, εργάτης σε υφαντουργία και μικροπωλητής, τραγούδησε τους καημούς των φτωχών και των απελπισμένων, με χαρακτηριστικότερο δείγμα τη Mαντουμπάλα, τραγούδι θρηνητικό και κλαψιάρικο, ερωτικό στο έπακρο, που καμιά σχέση όμως δεν έχει με τη στιβαρή Φραγκοσυριανή του Bαμβακάρη ή τη μελωδική Aρχόντισσα του Tσιτσάνη. Eξάλλου, την ίδια εποχή οι Έλληνες έπαψαν να λένε ότι πηγαίνουν ν’ ακούσουν ρεμπέτικα: έλεγαν ότι πηγαίνουν στα «μπουζούκια». Aυτοί οι μουσικοί χώροι που ονομάζονταν και «κοσμικά κέντρα» σήμερα μετεξελίχθηκαν σε κακόφημα «σκυλάδικα». Ωστόσο, από το ρεμπέτικο προήλθε το καινούργιο ελληνικό τραγούδι, το αποκαλούμενο έντεχνο. Eκτός από τον Xατζιδάκι, το καινούργιο υπηρέτησε ο έτερος των σημαντικών Eλλήνων συνθετών, ο Mίκης Θεοδωράκης, ο οποίος μελοποίησε τον Eπιτάφιο του Γιάννη Pίτσου, χρησιμοποιώντας βυζαντινές μελωδίες και μπουζούκια. Στη δεκαετία του 1960 νεκρανασταίνεται το ρεμπέτικο. Τα άρθρα που γράφτηκαν, οι φιλότιμες προσπάθειες αρκετών φοιτητών, ο κορεσμός του κόσμου από τα ινδικά, η ηχογράφηση του Επιτάφιου του Θεοδωράκη το 1960, είχαν ως αποτέλεσμα οι δισκογραφικές εταιρείες να αρχίσουν να ηχογραφούν εκ νέου ρεμπέτικα. Ηχογραφήθηκαν μερικά παλιά κυρίως με τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Σωτηρίας Μπέλλου. Ρεμπέτες όπως ο Μάρκος και ο Στράτος ξαναβρήκαν δουλειά στα μαγαζιά. Εν τω μεταξύ άρχισαν να διοργανώνονται ρεμπέτικες μουσικές βραδιές όπου ο κόσμος, κυρίως φοιτητές, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει παλιούς ρεμπέτες. Το 1961 ο Χριστιανόπουλος κυκλοφορεί ένα δοκίμιο και διεκδικεί γι’ αυτό τον τριπλό τιμητικό τίτλο: της πρώτης ρεμπέτικης βιβλιογραφίας, της πρώτης ανθολογίας ρεμπέτικης στιχουργίας και, ως προς την ανατυπωμένη του μορφή, της πρώτης μονογραφίας επί του αντικειμένου. Το 1968 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Το βιβλίο που, μάλλον, καθιέρωσε τον όρο «ρεμπέτικα» για τα τραγούδια αυτά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πεθαίνουν μερικοί από τους μεγαλύτερους ρεμπέτες (Στράτος 1971, Μάρκος 1972). Από τη στιγμή εκείνη αρχίζουν να δισκογραφούν οι περισσότεροι ρεμπέτες, εκδίδονται βιογραφίες (Βαμβακάρης 1973, Ροβερτάκης 1973, Ρούκουνας 1974, Τσιτσάνης 1979, Μουφλουζέλης 1979 κ.λ.π) και εμφανίζονται πολλές ρεμπέτικες κομπανίες. Ταυτόχρονα ιδρύονται κέντρα για την μελέτη του ρεμπέτικου τραγουδιού και οι πανεπιστημιακοί λαογράφοι αρχίζουν να το μνημονεύουν.

Ιδρύονται μουσεία, διοργανώνονται συνέδρια, εγκρίνονται μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές. Με την περιοδολόγηση του ρεμπέτικου ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Στάθης Δαμιανάκος, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Στάθης Gauntlett και οι ερευνητές του Κέντρου Έρευνας και Μελέτης Ρεμπέτικων Τραγουδιών. Mολονότι πριν από μια δεκαετία ο Πετρόπουλος έγραφε πως «η Pεμπετολογία, σαν ανύπαρκτη επιστήμη, δεν διδάσκεται σε κανένα πανεπιστήμιο», σήμερα, το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ξεπεράσει τα όρια των ερασιτεχνικών βιβλίων και των δημοσιογραφικών άρθρων. Έχει γίνει αντικείμενο διατριβών, επιστημονικών μελετών και συστηματικής έρευνας σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια (δεν είναι καθόλου τυχαίο που αρκετοί μελετητές του, όπως η Xολστ, το συγκρίνουν με το μπλουζ της Nέας Oρλεάνης, τραγούδι των φτωχών και απόκληρων νέγρων). O Στάθης Γκόντλετ, καθηγητής σε πανεπιστήμιο της Mελβούρνης (το διδακτορικό που εκπόνησε στην Oξφόρδη είχε ως θέμα την παράδοση και την ποιητική του ρεμπέτικου).